17226_10153690663552500_1256479995194202822_n

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΡΑΒΑΤΑΣ

Απόψεις | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Του Κωνσταντίνου Ζούλα

Επειδή πιστεύω ότι δεν συνέβη μόνο σ’ εμένα, θα το πω ευθαρσώς: Αισθάνθηκα φρικτή ντροπή βλέποντας τον πρωθυπουργό της χώρας μου να έχει ανοιχτά τα πόδια του και τα χέρια του δεμένα κάτω από τη ζώνη του, την ώρα που ακούγονταν οι εθνικοί ύμνοι της Ελλάδος και της Γαλλίας.

Αν δεν έχετε δει τη φωτογραφία, αναζητήστε την. Ο κ. Ολάντ σε στάση προσοχής και με σοβαρό ύφος που εξέπεμπε το αυτονόητο: Οτι έχει πλήρη συνείδηση πως εκείνη τη στιγμή τιμά την ιστορική μνήμη μιας χώρας. Και δίπλα του ο δικός μας, όπως ακριβώς σας τον περιέγραψα. Με αμήχανο μειδίαμα-χαμογελάκι, ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια του εκεί που τα τοποθετούν οι ποδοσφαιριστές όταν έχει σφυριχτεί φάουλ και φτιάχνουν «τείχος» προστατεύοντας ό,τι πονά περισσότερο.

Διακωμωδώ την εικόνα για να διασκεδάσω την ντροπή που ένιωσα. Ναι, ξέρω ότι σε κάποιους θα φανεί υπερβολικό, αλλά τους τελευταίους μήνες αισθάνομαι την ίδια αμήχανη ντροπή παρατηρώντας το «στυλ» του κ. Τσίπρα και των συνεργατών του. Και κυρίως όταν συναντώνται με ξένους ηγέτες, διότι δίνουν την εντύπωση ότι δεν έχουν την παραμικρή συναίσθηση ότι εκπροσωπούν μια ολόκληρη χώρα. (Κύριε Βούτση, και σε εσάς το λέω, με το μαύρο πουκάμισο δίπλα στον κ. Ολάντ, το οποίο παρέπεμπε σε ταβερνιάρη.)

Οσοι τα θεωρούν αναχρονιστικά και συντηρητικά όλα τούτα, ας απαντήσουν στο εξής: Αλήθεια πόσο προοδευτικό είναι ο πρωθυπουργός μιας χώρας να έχει καθιερώσει ένα ντύσιμο που δεν απαντάται παρά μόνο σε τριτοκοσμικές χώρες; «Ωχ, και εσύ για τη γραβάτα θα γράψεις;» ακούω ήδη τους Συριζαίους να εξανίστανται. Ναι, και για τη γραβάτα, διότι μου είναι αδιανόητο να μην αντιλαμβάνεται πλέον ο κ. Τσίπρας ότι οι ομόλογοί του προσβάλλονται και ας μην του το λένε για λόγους στοιχειώδους ευγένειας.

Ας πούμε, λοιπόν, τα πράγματα με το όνομά τους, μήπως και τα καταλάβουν, επιτέλους, οι προοδευτικίζοντες που μας κυβερνούν. Τη γραβάτα δεν την καθιέρωσε η ελληνική δεξιά, ούτε είναι χούι όλων των ηγετών της Δύσης να τη φορούν. Περιλαμβάνεται σε έναν αυτονόητο κώδικα ντυσίματος, ο οποίος με τη σειρά του είναι μέρος ενός διεθνούς πρωτοκόλλου. Για να το καταλάβει και ο κ. Φίλης με τα πολύχρωμα t-shirt κάτω από το μονίμως τσαλακωμένο σακάκι του, το πρωτόκολλο για τους «ξένους» είναι στην ουσία μια γλώσσα επικοινωνίας. Περιλαμβάνεται σε ένα σύνολο κανόνων στοιχειώδους αγωγής και συμπεριφοράς, τους οποίους όλοι οι ηγέτες θεωρούν αυτονόητο να τηρούν, σεβόμενοι τον θεσμό που εκπροσωπούν και τιμώντας τους πολίτες της χώρας που τους εξέλεξαν. Επομένως, όταν ο κ. Τσίπρας δεν τηρεί αυτούς τους κανόνες, απλούστατα στους ομολόγους του φαντάζει από περίεργος ως γραφικός.

Θα το πω ακόμη πιο απλά, μήπως τις γραμμές αυτές τύχει και τις διαβάσει ο πρωθυπουργός μας. Οπως προφανώς δεν θα φορούσε μαύρα σκαρπίνια με άσπρες κάλτσες βρίσκοντας κωμικοτραγική μια τέτοια εικόνα, έτσι ακριβώς τον αντιμετωπίζουν όσοι ομόλογοί του τον παρατηρούν να φορά ένα πανάκριβο κοστούμι και ξεκούμπωτο πουκάμισο με μανικετόκουμπα. Ας σκεφτεί, έστω, ποιοι ηγέτες διαφέρουν από τους «υπολοίπους» δυτικούς. Αν δεν απατώμαι είναι μόνον ο της Βενεζουέλας με την αθλητική φόρμα, ο Ιρανός που είναι μουλάς και όσοι φορούν τουρμπάνια και κελεμπίες. Ξέχασα. Διαφορετικά ντύνονται και οι δικτάτορες.

Για να επανέλθουμε, όμως, στο σοβαρόν του πράγματος. Ο κ. Τσίπρας θα πρέπει, επιτέλους, να αντιληφθεί την ανάγκη τήρησης κάποιων αυτονόητων κανόνων που υπαγορεύει η θέση του. Κι αν δεν τους ξέρει, ας τους μάθει. Οταν ακούγεται, π.χ., εθνικός ύμνος στέκεσαι προσοχή. Οταν συνοδεύεις έναν Πρόεδρο Δημοκρατίας δεν του βάζεις μπάστακα δίπλα του τον υπουργό Αμύνης επειδή είναι κολλητός σου. Οταν εκείνος κάνει δηλώσεις στις κάμερες εσύ δεν χαζεύεις πίσω του. Κι όταν δεν ξέρεις καλά μια ξένη γλώσσα προτιμάς να μιλήσεις αυτήν που ξέρεις καλύτερα. Πόσο μάλλον σε διεθνές ακροατήριο.

Ειλικρινά θέλω να πιστεύω ότι 41χρονος πρωθυπουργός έχει απλά αυτοεγκλωβιστεί σε μια «επαναστατική» εικόνα που μόνος του φαντασιώθηκε για τον εαυτό του. Καθώς όμως έχει πια αντιληφθεί ότι η Ευρώπη δεν θα αλλάξει επειδή ήρθε εκείνος στην εξουσία, ας συνειδητοποιήσει κι ότι δεν υπάρχει αριστερό ή δεξιό πρωτόκολλο, παρά μόνον κάποιοι απλοί κανόνες της κοινής γλώσσας της Δύσης. Οταν, επιτέλους, το συνειδητοποιήσει, ας το πει και στους συντρόφους του για να πάψει η Βουλή να θυμίζει λαϊκή πανήγυρη. Πώς αλλιώς να το πω, «σύντροφοι»; Τώρα που και εσείς πέσατε στα μνημόνια, δείτε τη γραβάτα ως επανάσταση. Θα εκπλήξετε τους πάντες. Μόνο καλό θα βγει σε όλους μας, πιστέψτε με.

Πηγή: Η επανάσταση της γραβάτας | Απόψεις | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Του Κωνσταντίνου Ζούλα

alexis-tsipras2

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΠΑΤΕΩΝΑ ΤΣΙΠΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Του Στάθη – enikos.gr

Δύσκολα εμφανίζεται στην Ιστορία τέτοια οβιδιακή μεταμόρφωση, τέτοια μετάλλαξη ενός πολιτικού ηγέτη, όπως αυτή του κ. Τσίπρα. Και το ίδιο δύσκολα ένα αριστερό κόμμα, ή έστω το μέρος εκείνο του κομματικού σώματος που του απέμεινε, παρακολουθεί αυτή τη μετεξέλιξη προσπαθώντας να μιλήσει τη γλώσσα που μιλούσε πριν να αυτομολήσει στην πολιτική που αντιμαχόταν.

Σπανίως, επίσης, στην Ιστορία αυτή η μεταμόρφωση συντελείται τόσο γρήγορα. Και τόσο ξετσίπωτα.

Θα αναφερθώ μόνον σε ένα απ’ τα χίλια που έλεγε ο κ. Τσίπρας, πριν να αρχίσει κι αυτός να αραδιάζει τα χίλια ένα παραμύθια της Χαλιμάς.

Ελεγε: «Η λέξη ισοδύναμα έχει εισαχθεί απ’ την τρόικα. Οταν αναζητούνε ισοδύναμα, εννοούν ισοδύναμους πόνους».

Τώρα όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ομιλούν στα πάνελ και από του βήματος της Βουλής για τους εν λόγω πόνους -τα ισοδύναμα- ως να πρόκειται για φάρμακα που θεραπεύουν πάσα λύπη και στεναγμό, ως να πρόκειται για παραμυθία αυτών των ίδιων, ώστε να αντέξουν τον αυτοδιασυρμό τους.

Εσχατοι των Κλαζομενίων και υπομείονες των Αβδηριτών.

Δεν έχει, όμως, πλέον καμία σημασία να υπενθυμίζει κανείς στον κ. Τσίπρα τι έλεγε και τι λέει.

Το έργο έχει προχωρήσει, βρισκόμαστε σε μια νέα σελίδα. Κι αυτή, επίσης, σπανίως εμφανίζεται στην Ιστορία, εις όσα αφορούν τουλάχιστον την παρουσία της Αριστεράς διεθνώς.

Σπανίως κόμματα της Αριστεράς έχουν περιπαίξει τη λογική, έχουν ατιμάσει την ηθική κι έχουν διασύρει την ιδεολογία τους όσον ο κ. Τσίπρας και το κόμμα του, απ’ όταν ο ίδιος κι όσοι τον ακολούθησαν πέρασαν κάτω απ’ τα καυδιανά δίκρανα της υποταγής.

Σπανίως οι ηττημένοι ηττώνται μέσα τους και οι ήρωες μεταμορφώνονται σε ρεμάλια, όπως έγινε με πολλούς από τους Σέρβους μετά τον πόλεμο που έχασαν.

Η Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, εκφράζει την ταξική αντίθεση με τη Δεξιά, σε όλες της επίσης τις εκδοχές.

Ποτέ άλλοτε, ή σπανίως, ένα κόμμα της Αριστεράς δεν έχει διασύρει τόσο πολύ και τόσο, σαν έτοιμο από καιρό, αυτήν την αντίθεση.

Και μαζί της και τον εαυτόν του.

Οι γενίτσαροι ήταν αθώοι. Τους άρπαζαν μωρά οι Οθωμανοί και τους ανάθρεφαν τέρατα. Ο ΣΥΡΙΖΑ που απέμεινε δεν αποτελείται από γενίτσαρους.

Αυτοί που αυτομόλησαν στη δεξιά πολιτική δεν ήταν αρπαγμένα μωρά, αλλά ενήλικες που ανάλωσαν -αν όχι όλοι, πάντως οι περισσότεροι και οι καλύτεροι- τη ζωή τους στρατευμένοι στις ιδέες, στα ιδανικά και στον τρόπο της Αριστεράς.

Που ως τώρα δεν ήταν ποτέ η χλεύη της Δεξιάς.

Μα δεν αυτομόλησαν, θα έλεγε κανείς, υποχώρησαν για να ανασυνταχθούν και να πολεμήσουν την επόμενη μέρα. Μάλιστα. Πώς πολεμάνε; Λέγοντας όσα κατήγγειλαν; Πράττοντας όσα απέρριπταν; Ή, μήπως, δεν εφαρμόζουν το μνημόνιο που οι ίδιοι υπέγραψαν και μαζί με όλες τις εκδοχές της Δεξιάς υπερψήφισαν; Ή, μήπως, δεν γνωρίζουν ότι τα περί ισοδύναμων είναι φούμαρα, καθώς ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έλεγε – ή, μάλλον, ούτε καν φούμαρα, αλλά «πόνοι»;

Σε τι ελπίζουν; Σε ένα λέγε-λέγε-λέγε, ό, τι μείνει κι όπου βγάλει; Τόσο μπορούν; Πέστε μου ένα (αριθμός 1) μέτρο, που έφεραν ως αντιστάθμισμα στα εγκληματικά μέτρα που δέχθηκαν να επιβάλουν. Ενα! Ούτε ένα. Ενώ αντιθέτως βροχή, βροχή φωτιάς κι Αρμαγεδδών, οι διαταγές που εκτελούν.

Κι επιπλέον διαπράττουν το αίσχιστο: φορτώνουν στον λαό τον φόνο του εαυτού του.

«Μας ψηφίσατε, δεν μας ψηφίσατε»,; ερωτούν ξεδιάντροπα εκείνους που φόβισαν, εκείνους που εξαπάτησαν.

Ο κ. Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός για να έχουμε υπερπρωθυπουργό τον κ. Μάαρτεν Φέρβεϊ ή όποιον άλλο γκαουλάιτερ μας στείλει το Βερολίνο.

Σπανίως μια μετάλλαξη λαμβάνει σάρκα και οστά σε τέτοιο βάθος και με τέτοια ταχύτητα.

Ο κ. Τσίπρας μιμείται πλέον τον μακαρίτη Ανδρέα Παπανδρέου, με όλο και πιο ανατριχιαστικό τρόπο.

Ομιλεί με τη σύνταξη του Ανδρέα, τις παύσεις του Ανδρέα, τη στίξη του Ανδρέα.

Και το πιο ανατριχιαστικό, όλο και πιο έντονα πια η φωνή του θυμίζει τη φωνή του Ανδρέα.

Ανατριχιαστικό, αλλά αναμενόμενο, διότι όσο πιο κούφιος είναι ο μίμος, τόσο πιο έντονη ακούγεται η ηχώς του ινδάλματός του.

Σπανίως ένας πολιτικός έχει μιμηθεί τόσους πολλούς και τόσα πολλά.

Ο κ. Τσίπρας μιμείται την πολιτική Σαμαρά, τους τρόπους του Βενιζέλου και το στιλ του Ανδρέα.

Τον μόνον που δεν μιμείται ο κ. Τσίπρας είναι τον σύντροφο Τσίπρα που πιστέψαμε, που βοηθήσαμε, που αγαπήσαμε.

Η ντροπή που βαραίνει πολλούς από εμάς για όλο αυτό είναι το ελάχιστο.

Η οδύνη, όμως, που βοηθήσαμε να βαραίνει σήμερα, απ’ όλο αυτό, κόσμο και κοσμάκη είναι ανεξιλέωτη…

cebbceaeceb8ceb7

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ.

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου,

Δικηγόρου-Περιφερειακού Συμβούλου

Λένε πως όποιος ξεχνάει το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.

Η πρόσφατη είδηση για την σταδιακή κατάρρευση του σπιτιού του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά στην Κηφισιά, αφημένο από την Πολιτεία στη μοίρα της φθοράς, αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα κρίσιμο για την σημερινή Ελλάδα ζήτημα: αυτό της λήθης των ηρώων της.

Η τελευταία κατοικία του ανθρώπου που με τη δράση και το θάνατό του ενέπνευσε και κατέστησε τη σωτηρία της Μακεδονίας υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού, είχε κηρυχθεί Εθνικό Μνημείο και διατηρητέο το 2009, όμως η απόφαση για τις εργασίες ανακαίνισης έμεινε στα χαρτιά.

Είναι πια σύνηθες το φαινόμενο στη χώρα μας, άνθρωποι που θυσιάστηκαν για εκείνη, να περνούν στο βαθύ σκοτάδι της λησμονιάς.

Η Λήθη (το αντίθετο της αλήθειας σύμφωνα με τον Πλάτωνα, θυγατέρα της Έριδας και αδερφή του Θανάτου και του Ύπνου κατά τη μυθολογία), είναι σαράκι που ροκανίζει ύπουλα την ιστορία των Λαών και η Ελλάδα έχει αρχίσει να ξεχνά… επικίνδυνα.

Όπως και για πολλά από τα δεινά των ημερών μας, βασικότερο αίτιο της «αμνησίας» αυτής είναι η έλλειψη Παιδείας. Μιας Παιδείας που νοσεί. Τα σχολεία υπολειτουργούν, με τεράστια κενά σε δασκάλους και καθηγητές και το εκπαιδευτικό σύστημα την τελευταία εικοσαετία, πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ των εναλλασσόμενων κυβερνήσεων, δεν κατάφερε ποτέ να γίνει ουσιαστικό.

Η έμφαση των θεσμικών φορέων στην συνεχή αλλαγή του συστήματος των εξετάσεων και όχι στη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων διδασκαλίας, η ενθάρρυνση του ανταγωνισμού και της βαθμοθηρίας, η κακή ποιότητα των βιβλίων, η νοοτροπία της παπαγαλίας και η παραπαιδεία που βασιλεύει, υποβαθμίζουν εκ των έσω κάθε χρόνο και περισσότερο τη δημόσια (τουλάχιστον) εκπαίδευση, χεράκι-χεράκι με τα παρεπόμενα της κρίσης.

Ο ρόλος του σχολείου και της Παιδείας γενικότερα, ειδικά σε καιρούς έκπτωσης των αξιών όπως οι σημερινοί, είναι καθοριστικός για τη διαμόρφωση των νέων. Οφείλει να καθοδηγεί πνευματικά, να διαμορφώνει ανθρώπους με κριτική σκέψη, να τους καλλιεργεί τη φιλαναγνωσία. Στην Ελλάδα, ο τρόπος με τον οποίο ενθαρρύνονται οι μαθητές να διαβάσουν, τους αποτρέπει από την ανάγνωση οποιουδήποτε βιβλίου, άπαξ και ξεμπερδεύουν με το… μαρτύριο του Λυκείου.

Σε μια εποχή όπου κυριαρχούν ο ατομικισμός, η εγωπάθεια και ο καταναλωτισμός, η πλειοψηφία των νέων είναι ανιστόρητοι, αγνοώντας συχνά ακόμα και ως άκουσμα τα ονόματα όσων κάποτε αγωνίστηκαν και έδωσαν τη ζωή τους για να είναι σήμερα εκείνοι ελεύθεροι και να βγάζουν selfies με τα κινητά τους.

Τα αποτελέσματα της ανικανότητας του σχολείου σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης να εμπνεύσει και να διδάξει στη νέα γενιά τα ιδανικά των προγόνων της, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, είναι ορατά σε πολλαπλάσιο βαθμό όταν οι νέοι καλούνται να γίνουν πολίτες, ενεργά μέλη της κοινωνίας.

Μιας σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, που φτιάχνει -μέσω των μιντιακών μηχανισμών της- πρότυπα της μιας βραδιάς, μαριονέτες του «star system», που αυτοτροφοδοτείται συνεχώς από τον εαυτό του, ανανεώνοντας τη σαπίλα. Όταν έχεις να λατρέψεις εκατομμυριούχους σταρ του ποδοσφαίρου και χαμογελαστές καλλονές που μας καλημερίζουν από τη μικρή οθόνη, πού καιρός και ενδιαφέρον για ήρωες της Επανάστασης, αγωνιστές της Κατοχής, συγγραφείς και νομπελίστες.

Οι Νεοέλληνες δεν εμπνέονται από την ιστορία τους και τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών της, αλλά από κομπάρσους της υποκουλτούρας. Δε διαβάζουν βιβλία, προτιμούν τα σκανδαλοθηρικά έντυπα. Μαθαίνουν να κρίνουν τους ανθρώπους από το… περιτύλιγμα και όχι από το πνεύμα, τις γνώσεις, την αξία, την ανθρωπιά τους. Το Φαίνεσθαι κερδίζει κατά κράτος το Είναι.

Η σημερινή Ελλάδα, ούτε τιμά ούτε εκκολάπτει ήρωες. Πώς να ξεπηδήσουν τέτοιοι από μια χώρα που ξεχνά;

Δεν αρκούν τα αγάλματα για να τιμήσεις τους ήρωες. Οφείλεις (ως κράτος, κυβέρνηση, αρμόδιος φορέας) να τους καθιστάς σημεία αναφοράς στο συλλογικό θυμικό, να τους μνημονεύεις, να τους χρησιμοποιείς σαν παντοτινό φάρο έμπνευσης και ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό μας λείπει πολύ. Και ο αντίκτυπος αυτής της απουσίας αντανακλάται σήμερα πιο ξεκάθαρα από ποτέ, στην παρηκμασμένη και ταλαιπωρημένη Ελλάδα της κρίσης.

Μόνο αν η Παιδεία φωτίσει το δρόμο προς τα πίσω, θα μπορούμε σαν λαός να αισιοδοξούμε για τα μελλούμενα.