gravata4-660x413

Η ΓΥΜΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου

Δικηγόρου, Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

 

 

Στην επικοινωνιακή επίθεση των τελευταίων ημερών του ΣΥΡΙΖΑ θα ταίριαζαν τα λόγια του Γκαίτε, «όταν οι ιδέες αποτυγχάνουν, οι λέξεις μπορεί να αποδειχθούν πολύ χρήσιμες». Προσπαθούν να πείσουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ κατέχει τη μοναδική αλήθεια περί του αγροτικού ζητήματος, υπονοώντας πως το κυβερνών κόμμα είναι υπεράνω κριτικής και πρέπει να μένει στο απυρόβλητο.

Κατηγορούν τις «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές, που σημειωτέο ποτέ δεν ασκήθηκαν στην Ελλάδα, ως τη ρίζα όλων των δεινών, αλλά ξεχνούν να αναφέρουν ότι η κυβέρνησή τους κινείται σήμερα με μοναδικό στόχο την αύξηση της κομματικής πελατείας και το διορισμό φίλων, συγγενών και ερωτικών συντρόφων, ενώ από την άλλη ψηφίζει και εφαρμόζει σκληρότατα μέτρα χωρίς να απαιτούνται από τους θεσμούς.

Στα λόγια κατηγορούν τις ευρωπαϊκές πρακτικές που υιοθετήθηκαν από την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ και μετά (όπως την Κεντρική Αγροτική Πολιτική), υποστηρίζοντας πως οδήγησαν στην καταστροφή της αγροτικής παραγωγής, αλλά στην πράξη, ως κυβέρνηση, με την ανικανότητά τους (φορολογικό) και τις ιδεοληψίες τους (Αχελώος), δίνουν την χαριστική βολή στον πρωτογενή τομέα οδηγώντας βίαια χιλιάδες μικρούς αγρότες στην έξοδο από το επάγγελμα και στη φτωχοποίησή τους.

Για να τεκμηριώσουν μάλιστα την υποκρισία τους και να στοιχειοθετήσουν υπόθεση εναντίον των «προηγούμενων», παραθέτουν αριθμούς, στατιστικά στοιχεία, πίνακες.

Αυτό που προσπαθούν να κρύψουν οι του ΣΥΡΙΖΑ πίσω από τα νούμερα, είναι η αγωνιώδης τους προσπάθεια για αποποίηση ευθυνών, που χαρακτηρίζει όλη τη μέχρι τώρα τους θητεία. Επιδιώκουν να εδραιώσουν επικοινωνιακά το τεκμήριο της αθωότητας με μια λογική… παράλογη. «Οι άλλοι, ΟΙ ΚΑΚΟΙ το ξεκίνησαν, εμείς δε θέλουμε να το συνεχίσουμε αλλά θα το κάνουμε γιατί δε μας άφησαν άλλη επιλογή και επειδή είμαστε στην πλευρά των ΚΑΛΩΝ, νομιμοποιούμαστε να ολοκληρώσουμε το έγκλημα».

Ποντάρουν στη μανιχαϊστική λογική της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων, του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, θεωρώντας αυθαίρετα εαυτούς στην παραπάνω διαμάχη το λευκό. Καταφεύγουν στη διχαστική ρητορική και στην επιχειρηματολογία του «διεφθαρμένου παλιού» προκειμένου να προκαλέσουν αντιπερισπασμό, αποπροσανατολίζοντας τους πολίτες από τις δικές τους ευθύνες και τις -βαθιά μνημονιακές- πολιτικές τους επιλογές.

Δε συνειδητοποιούν όμως ότι το παρελθόν δε μπορεί να παράσχει άλλοθι αθωότητας, όταν το παρόν είναι τόσο κραυγαλέα αδυσώπητο. Αν αφήσουν στην άκρη τις ιδεοληψίες τους, θα δουν πως σε διάστημα ενός χρόνου κατάφεραν να έχουν όλη την κοινωνία στους δρόμους και απέναντί τους. Αντί να δουν στα μάτια της κοινωνίας την αγωνία και την οργή, αυτοί, αποκομμένοι από το περιβάλλον τους, κλεισμένοι στο τετράγωνο πέριξ της πλατείας Συντάγματος, νοιάζονται για το αν διαδηλώνουμε για πρώτη φορά, για το αν φοράμε γούνες ή γραβάτες και για το αν στα χέρια μας κρατάμε πούρα ή τσάπα.  Η πραγματικότητα έχει αρχίσει να φανερώνει σιγά-σιγά τη γύμνια της σημερινής κυβέρνησης. Το παραμύθι του ηθικού πλεονεκτήματος της «αριστεράς» έχει προ πολλού αρχίσει να ξεθωριάζει και δε θα έχει happy end για όσους συνεχίζουν να το πουλάνε ακόμη.

ΥΓ: Κάθε πρόταση που κατατίθεται προς όφελος της Καρδίτσας μάς βρίσκει σύμφωνους, διατεθειμένους για δημόσιο διάλογο (έστω κι αν έχετε πάψει προ πολλού να συμμετέχετε) και ανάληψη δράσης ακόμα κι αν ο πήχης μπαίνει εξ αρχής πολύ χαμηλά. Βάλ’ τε ένα λιθαράκι για να γίνει καλύτερη η ζωή μας σ’ αυτήν την πόλη κι εμείς θα σας δώσουμε τα εύσημα. Πολιτικές αντιπαλότητες και μικρότητες δε χωράνε όταν μιλάμε για το κοινό καλό και την ευημερία των συμπολιτών μας.

yfqu9j7fk9mrj4zvmlbb

ΠΕΡΙ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ… ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου
Δικηγόρου,
Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

 

Η φράση «αναδιανομή του πλούτου» χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από πλευράς κυβέρνησης τον τελευταίο καιρό. Οι γνωρίζοντες ωστόσο, αντιλαμβάνονται εύκολα πως πρόκειται για ένα ακόμα επικοινωνιακό τρικ από την παλέτα της λαϊκίστικης και σταλινικής ρητορικής που σταθερά υιοθετεί η κυβέρνηση. Γιατί είναι μια υπόσχεση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εφαρμοζόμενη πολιτική της και τη γενικότερη κατάσταση της χώρας.

Στην οικονομική ένδεια που βρίσκεται σήμερα ένα κράτος σαν το ελληνικό, είναι αδύνατον να γίνει αναδιανομή πλούτου από τη στιγμή που το ίδιο το κράτος δεν παράγει αυτόν τον πλούτο.

Η παραγωγή πλούτου στη σύγχρονη κοινωνία εξαρτάται αποκλειστικά από την κεφαλαιακή συσσώρευση. Η τελευταία, με τη σειρά της, επηρεάζεται από συγκεκριμένους κοινωνικούς παράγοντες, εξαρτήματα σε μια μηχανή που αν τα κομμάτια της δε δουλεύουν αρμονικά, δυσλειτουργεί και αχρηστεύεται.

Τα μέρη-μεταβλητές αυτής της εξίσωσης είναι οι εργαζόμενες τάξεις, οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις και το κράτος. Μεταξύ τους «υπογράφεται» άρρητα ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου», σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι αποδέχονται πως θα λαμβάνουν ένα μικρό μέρος από τα κέρδη του πλούτου που παράγουν, προς όφελος της μελλοντικής τους ασφάλειας, οι επιχειρηματίες καρπώνονται μεν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών αλλά δεσμεύονται να καταναλώνουν ελάχιστο και να το επανεπενδύουν συνεχώς και το κράτος οργανώνεται με τρόπο που εγγυάται τη μέγιστη δυνατή συσσώρευση κεφαλαίου.

Μέρος του παραγόμενου πλούτου καταλήγει μέσω της φορολογίας στο κράτος, το οποίο με διάφορους τρόπους (κοινωνικές παροχές, περιορισμός των δαπανών λειτουργίας του, φορολογική «προστασία» του κεφαλαίου που επανεπενδύεται), προωθεί την ανάπτυξη και εξασφαλίζει την ισορροπία και την ομαλή λειτουργία του συστήματος.

Στην Ελλάδα, καμιά από αυτές τις συνθήκες δεν εκπληρώνεται. Στην ουσία δεν υπάρχει καπιταλισμός, καθώς δεν έχουμε ούτε παραγωγή ούτε πόρους. Αν δεν έχεις ισχυρή οικονομία και αντίστοιχα κερδοφόρο ιδιωτικό τομέα που παράγει πλούτο, πώς ως κράτος θα εισπράξεις (μέσω φορολογίας) τα έσοδα που απαιτεί η αναδιανομή του και επιπρόσθετα η εκπλήρωση όλων των οικονομικών σου υποχρεώσεων;

Χωρίς παραγωγή, ειδικά σε μια οικονομία υπερχρεωμένη όπως η δική μας, η «αναδιανεμητική» λύση είναι ανέφικτη και καθόλου ενδεδειγμένη. Η Ελλάδα, αποδεδειγμένα, μισεί την επιχειρηματικότητα και με την υπερφορολόγηση, τη διαφθορά, τη γραφειοκρατία και τα προβλήματα στη Δικαιοσύνη, οδηγεί τον παραγωγικό ιστό της χώρας σε καταστροφή και τις παραγωγικές επιχειρήσεις σε μετανάστευση.

Η αναδιανομή του πλούτου, με τη μεταφορά του από εκείνους που τα επενδύουν σε αυτούς που τα καταναλώνουν, διαρρηγνύει το άτυπο «συμβόλαιο» του τρίπτυχου εργαζόμενοι-επιχειρηματίες-κράτος, καθώς οι πρώτοι αδιαφορούν για την μελλοντική πρόοδο κι έτσι υπονομεύεται η διαδικασία της ανάπτυξης. Με αυτόν τον τρόπο μειώνονται οι επενδύσεις και αυξάνονται οι εισαγωγές και η ανεργία.

Πιθανή βίαιη, νομοθετική ή μη, απόπειρα από πλευράς κυβέρνησης να προχωρήσει σε αναδιανομή, θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Θα σήμαινε την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και την αναπόφευκτη πορεία προς τη χρεοκοπία.

Δεδομένων των συνθηκών, μοναδική διέξοδος της χώρας από το διαφαινόμενο οικονομικό και κοινωνικό Βατερλό, μοιάζει να είναι η υιοθέτηση των βασικών αρχών του φιλελευθερισμού. Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήματος είναι η θεσμοθέτηση μικρότερης φορολογίας, μικρότερου κράτους με  σταθερή νομοθεσία και διαφάνεια, ελεύθερη αγορά, ελεύθερες εργασιακές σχέσεις και πολλή δουλειά για να επέλθει η (αν)οικοδόμηση του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων «μερών», που θα θέσει τις βάσεις για την ορθή επανεκκίνηση της οικονομίας.

Μόνο αν παραχθεί εσωτερικά πλούτος, μπορεί κάποτε ιδανικά να αναδιανεμηθεί. Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια του «αέρα», μιας ανεπαρκούς και δημαγωγικής κυβέρνησης που ποτέ δεν πατούσε σε στέρεο πολιτικό και ιδεολογικό έδαφος.