polinomia_voyli

ΠΟΛΥΝΟΜΙΑ: Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΛΗΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου

Δικηγόρου

Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

Η Δικαιοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα για κάθε ευνομούμενη χώρα. Το θεμέλιο της δημοκρατίας, ο θεσμός που φέρει την ευθύνη να κρατάει σε συνοχή την κοινωνία και να αποτρέπει το χάος.

Σήμερα η ελληνική δικαιοσύνη, σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, δεν έχει καταφέρει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Οι υποδομές της ήταν από καιρό σαθρές, ωστόσο η κρίση ήρθε να ξεγυμνώσει τις αδυναμίες της.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι η πολυνομία, καθώς οι επαναλαμβανόμενες μνημονιακές παρεμβάσεις και τροποποιήσεις στον κώδικα δεν την αφήνουν να ανασάνει και να επιτελέσει τον κρίσιμο ιστορικό της ρόλο.

Τα αποτελέσματα σχετικής πρόσφατης έρευνας της διαΝΕΟσις* είναι ενδεικτικά και… σοκαριστικά: Μόνο στον τομέα της φορολογίας, το διάστημα 2002-2015, έχουν ψηφισθεί 36 σχετικοί νόμοι, οι οποίοι αντιστοιχούν σε 2,5 νόμοι φορολογικού ενδιαφέροντος ανά έτος! Ο κάθε νόμος συμπεριλαμβάνει, κατά μέσο όρο, 20 εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση κανονιστικών πράξεων και τρεις μεταβατικές διατάξεις. Ενδεικτικά, για τη φορολογία εισοδήματος στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2013-2015, ψηφίστηκαν συνολικά τουλάχιστον δώδεκα νόμοι και θεσπίστηκαν τρεις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ). Όσον αφορά τις συντάξεις, κατά την ίδια περίοδο ψηφίστηκαν συνολικά περισσότεροι από οκτώ νόμοι.

Γενικότερα, υπολογίζεται ότι κατά μέσο όρο στην Ελλάδα ψηφίζονται περίπου 50 νόμοι κατ’ έτος ή αλλιώς, ένας την εβδομάδα! Από τη μια μέρα στην άλλη γίνονται αλλαγές που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα των πολιτών, που ταλαιπωρούνται προσπαθώντας να επιβιώσουν στον διοικητικό αυτόν λαβύρινθο χωρίς… μίτο από το κράτος.

Το πλήθος των νέων δικονομικών διατάξεων, όχι μόνο μπερδεύει τους πολίτες, αλλά οδηγεί και σε πλείστες λάθος αποφάσεις που συνεπάγονται αβάσταχτο για την εποχή κόστος και γίνονται η ταφόπλακα των ελεύθερων επαγγελματιών αλλά και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Οι καθυστερήσεις που προκαλούνται στην απονομή της δικαιοσύνης εξαιτίας των παραπάνω αποτελούν μία ακόμη τροχοπέδη στην πολυπόθητη άνθηση της επιχειρηματικότητας και συνακόλουθα στην ανάπτυξη και την εθνική οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό πως την περίοδο 2011-2015, ο μέσος χρόνος απονομής της Δικαιοσύνης αυξήθηκε από 817 ημέρες στις 1580.

Εκτός από τον μεγάλο αριθμό των νέων νόμων, προβληματική είναι και η ποιότητά τους. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για κακογραμμένους, ασαφείς και δυσνόητους νόμους με αντικρουόμενες συχνά διατάξεις. Αποτέλεσμα αυτών; Προβληματική απονομή της δικαιοσύνης και εμπόδια στην ανάπτυξη μιας υγιούς οικονομικής δραστηριότητας…

Η συνεχής νομοθέτηση και πολυνομία οδηγεί σε κακονομία, ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να διαχειριστεί το βάρος τους κι έτσι αμφότερες διαιωνίζουν… ταΐζοντας τον φαύλο κύκλο της γραφειοκρατίας

Απαραίτητη για την επίλυση των προβλημάτων που έχει προκαλέσει το… φαινόμενο της πολυνομίας είναι η ολική αναδιάρθρωση του τομέα και μια σειρά μέτρων (Δικαστική Αστυνομία, υποχρεωτική διαμεσολάβηση, στελέχωση των υπηρεσιών Καλής Νομοθέτησης στα Υπουργεία, αυστηρά εμπόδια στη θέσπιση τροπολογιών και στην κατάχρηση των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου μεταξύ άλλων) που θα σημάνουν βαθιές τομές στον τρόπο λειτουργίας του, ώστε να (ανα)πλάσουμε μια Δικαιοσύνη γρήγορη, καταρτισμένη και κυρίως αξιόπιστη.

Αλλαγές που θα συμβάλλουν στην τόνωση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων. Μα που πάνω απ’ όλα θα γιατρέψουν το πλήγμα που έχει δεχτεί το κύρος της Δικαιοσύνης.

Κι αυτό γιατί το χειρότερο απότοκο της ανωτέρω περιγραφείσας κατάστασης είναι η απαξίωση της Δικαιοσύνης ως θεσμού. Οι πολίτες χάνουν σταδιακά την εμπιστοσύνη τους σε αυτήν. Γεννάται έτσι μέσα τους το αίσθημα της αδικίας, που νομοτελειακά ωθεί σε εκείνο της ανασφάλειας και σε ορισμένες περιπτώσεις στη βία. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη ήττα που μπορεί να υποστεί μια σύγχρονη κοινωνία… Οι πολίτες της να αισθάνονται οργισμένοι και απροστάτευτοι. Αν δεν αποκατασταθεί η εικόνα της Δικαιοσύνης στα μάτια των πολιτών και η μεταξύ τους θεμελιώδης κοινωνική σχέση, τότε το παιχνίδι της ανάκαμψης, οικονομίας και ηθικού, έχει χαθεί για την χώρα μας…

Η εξυγίανση της Δικαιοσύνης είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιστροφή της Ελλάδας σε τροχιά ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση και πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για κάθε κυβέρνηση.

* Ο τίτλος της έρευνας ήταν «Πολυνομία και Κακονομία στην Ελλάδα»

dg_14495348_10154187217139335_7675893642451151848_n

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ: Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ.

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου

Δικηγόρου, Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

Ανέκαθεν, σε κάθε αντιπαράθεση και σύγκριση με τον παλιό δικομματισμό, η Αριστερά διαχώριζε τη θέση της ανακηρύσσοντας εαυτόν ως τον μοναδικό,  a priori και ποτέ de facto, φορέα της ηθικής στην πολιτική ζωή του τόπου.

Το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, που για χρόνια αξιωματικά επικαλούταν και που της προσέφερε άλλοθι ώστε να απέχει συνειδητά και χωρίς κόστος από την χρήση πολιτικής επιχειρηματολογίας, είναι ένας ακόμα μύθος που κατέρρευσε την παρούσα περίοδο της κρίσης. Και κατέρρευσε, γιατί επρόκειτο για μια εκ του ασφαλούς ηθική. Οι ηθικές επιλογές των ανθρώπων, πόσο μάλλον εκείνων που πολιτεύονται και αντιπροσωπεύουν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και εκατομμύρια συμπολίτες τους, κρίνονται στις περιόδους της αναταραχής και όχι της νηνεμίας. Τη στιγμή δηλαδή που φέρεις στις πλάτες σου την ευθύνη ενός κράτους και όχι όταν ασκείς αντιπολίτευση κρυμμένος πίσω από τη σιγουριά της μειοψηφίας, όπως έκανε η νυν κυβέρνηση.

Ίσως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι συν αυτώ πίστεψαν και οι ίδιοι το παραμύθι τους: ότι το υποτιθέμενο ηθικό τους πλεονέκτημα τους καθιστούσε ξεχωριστούς και θα έσκιαζε, ως υπερδύναμη, τους «κακούς ξένους» και τους αόρατους εχθρούς μας. Ότι αυτή η κατασκευασμένη υπεροχή τους θα αρκούσε για να ξεπεραστεί η κρίση και ως διά μαγείας η Ελλάδα θα γινόταν μια δεύτερη Εδέμ. Όμως η ζωή απέχει παρασάγγας από τη μυθοπλασία και η ηθική βρίσκεται στις πράξεις και όχι στα λόγια. Με τις επιλογές και τις αποφάσεις της, η «πρώτη φορά αριστερά» γκρέμισε και αυτή την ψευδαίσθηση. Το δίπολο του καλού και του κακού, του διεφθαρμένου παλαιού και του δικού τους, «ελπιδοφόρου» νέου, που θέλησε να πλασάρει επικοινωνιακά ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν πουλάει πια. Η ουτοπία που υποσχέθηκε στον κόσμο ο πρωθυπουργός, τα βρήκε σκούρα μπροστά στην πραγματικότητα. Η ηθικολογία ηττήθηκε κατά κράτος στα δύσκολα, ξεγυμνώθηκε μπροστά στην σκληρή αλήθεια.

Όταν ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων και κλήθηκε να ασκήσει πολιτική, η κυβέρνηση σάστισε και οι αριστερές αγκυλώσεις και τα απωθημένα της εξουσίας βγήκαν στην επιφάνεια. Με μόνο όπλο στη φαρέτρα της το κίβδηλο ηθικό της πλεονέκτημα, αποδείχτηκε ανίκανη για τη διακυβέρνηση της χώρας, καθώς φανερώθηκε η πλήρης άγνοιά της και το έλλειμμα του πολιτικού know how. Η κυβέρνηση προσγειώθηκε ανώμαλα, όπως και οι Έλληνες που πίστεψαν τα λόγια τα μεγάλα.

Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Η έννοια του ηθικού πλεονεκτήματος ήθελε πάντα την Αριστερά αθώα περιστέρα, ανέγγιχτη από τη διαφθορά, τα πάρε-δώσε με καναλάρχες, επιχειρηματίες και κάθε είδους μαφιόζικες τακτικές. Στην πράξη όμως, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έδωσε άλλα δείγματα γραφής. Κι ενώ είχε αρχικά διαχωρίσει τη θέση της από το δήθεν «αμαρτωλό» παρελθόν της δικομματικής πολιτικής ζωής, έχει σήμερα καταλήξει να πρωτοστατεί ευλαβικά και με ιδιαίτερη μαεστρία σε πρακτικές που σε όλους τους τόνους είχε αποκηρύξει ως «βρώμικες». Φρόντισε να εξασφαλίσει από νωρίς τη μιντιακή της «προστασία», ενώ παράλληλα επέλεξε να εφαρμόσει πελατειακές πολιτικές στο δημόσιο και στον επιχειρηματικό κόσμο, δημιουργώντας τη σύγχρονη εκδοχή των «δικών μας παιδιών».

Το ηθικό πλεονέκτημα είχε επίσης ως βάση την πίστη πολλών στην Αριστερά ότι η κοσμοθεωρία και οι αρχές που πρεσβεύει είναι ανώτερες και πιο δίκαιες από εκείνες των αλλόδοξων κομμάτων, αρχές που τη διαφοροποιούσαν από εκείνα. Και αυτό το επιχείρημα ωστόσο καταρρίφθηκε άμεσα, αφενός από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε να συγκυβερνήσει με τους ΑΝΕΛ, που ιδεολογικά βρίσκονται σε άκρο αντίθετο, αφετέρου εξαιτίας της ασυνέπειας λόγων και έργων. Τα μνημόνια δεν σκίστηκαν, υπουργοί και βουλευτές επιδόθηκαν στην ικανοποίηση των ημετέρων, οι αγορές δεν χόρεψαν συρτάκι, αντίθετα επιβλήθηκαν στους Έλληνες πολίτες τα πιο σκληρά μέτρα από το ξεκίνημα της κρίσης.

Κάπως έτσι πέθανε η Ελπίδα. Και μαζί της έκανε φτερά και το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς…

720_143752_fb98a71623-aa15e780c4eecf3b

ΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΧΑΣΜΑ ΚΑΙ Η ΡΙΖΩΜΕΝΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ.

«Μη φοβάσαι να κάνεις ένα μεγάλο άλμα. Δεν μπορείς να περάσεις ένα χάσμα με μικρά πηδηματάκια». (David Lloyd George, 1863-1945, Βρετανός Πρωθυπουργός)

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου

Δικηγόρου, Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία κυριαρχεί, έχοντας διεισδύσει σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητάς μας. Από την πιο απλή μας κίνηση, το κινητό τηλέφωνο και τους υπολογιστές μέχρι τη χρήση πιο πολύπλοκων συσκευών και πρακτικών. Από το πώς διαχειρίζομαστε τον κόσμο που μας περιβάλλει μέχρι τη δημιουργία νέων, πιο σύνθετων, ίσως και φανταστικών κόσμων.

Όσα παλιότερα φάνταζαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας, σήμερα είτε είναι ήδη παρόντα είτε εν δυνάμει κοντά μας. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου οι μηχανές μπορούν πλέον να μαθαίνουν από τα λάθη τους και να εξελίσσουν τα δεδομένα που λαμβάνουν, σε σημείο που οι ανθρώποι-δημιουργοί τους να μην μπορούν καν να τα αντιληφθούν. Πέρα όμως από το… δυστοπικό κομμάτι της εξέλιξης, υπάρχει και η πιο ρεαλιστική, σε επίπεδο κράτους, διάσταση: πώς θα εκμεταλλευτεί την τεχνολογία προς όφελός του, ως πόλο ανάπτυξης.

Στην πλειοψηφία των ανεπτυγμένων οικονομιών, τεχνολογική ανάπτυξη σημαίνει έμφαση στην έρευνα και δημιουργία νέων επιχειρηματικών μοντέλων, που με την καινοτόμο τους δομή ταράζουν τα νερά στην αγορά, καθιστώντας τις εταιρείες-επιχειρήσεις πιο ευέλικτες απέναντι στις νέες συνθήκες. Η χώρα μας βρίσκεται πολλά βήματα πίσω όσον αφορά όχι μόνο στην απορρόφηση των νέων τεχνολογιών, αλλά κυρίως την καλλιέργεια μιας επιχειρηματικής νοοτροπίας που θα βασίζει τον τρόπο λειτουργίας της σε αυτές.

Στην ετήσια έρευνα του Διεθνoύς Ινστιτούτου Διοικητικής Ανάπτυξης (International Institute for Management Development-IMD), που κατατάσσει τις χώρες με βάση την ψηφιακή τους ανταγωνιστικότητα και τη συσχετίζει με τη συνολική ανταγωνιστικότητά τους, η Ελλάδα έπεσε από την 44η θέση το 2013 στην 50ή το 2017. Μεταξύ άλλων, το IMD μετρά την ικανότητα των χωρών στην υιοθέτηση των ψηφιακών τεχνολογιών «που με τη σειρά τους οδηγούν στο μετασχηματισμό των κυβερνητικών πρακτικών, των επιχειρηματικών μοντέλων και της κοινωνίας εν γένει» αλλά και δείκτες σχετικούς με τις τεχνολογικές υποδομές. Στα αρνητικά από την συγκεκριμένη αναφορά προστίθεται και το… κατρακύλισμα δέκα θέσεων, από την 41η στην στην 51η, σε ότι αφορά στη σχετική γνώση που αποτυπώνει τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού, όπως εκπαίδευση, επένδυση και παραγωγή γνώσης για την ψηφιακή μεταρρύθμιση της οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό πως η γείτονας Βουλγαρία, στο ίδιο διάστημα διέγραψε την αντίστροφη πορεία, ανεβαίνοντας από την 55η θέση το 2013 στην 45η το 2017.

Η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες, έχει ίσως υποτιμήσει τη δυναμική του τεχνολογικού φαινομένου και έχει αποτύχει οικτρά στο να εκμοντερνίσει τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε την τεχνολογική μας ανετοιμότητα και την έλλειψη τεχνογνωσίας στην κρίση, όμως η τελευταία μάλλον ενέτεινε παρά… γέννησε την παρούσα κατάσταση που αποτυπώνεται στους παραπάνω δείκτες. Σαφώς και δεν διαθέτουμε τους ίδιους πόρους με χώρες ηγέτιδες σε αυτόν τον τομέα, όπου η οικονομία περιστρέφεται γύρω από την τεχνολογία, αλλά το πρόβλημά μας έγκειται κυρίως στον παρωχημένο τρόπο σκέψης και γενικότερης διαχείρισης, που ξεκινά από την κοινωνία και φτάνει στο κράτος και την πολιτική ηγεσία.

Το πρόβλημα έχει πολλές προεκτάσεις. Η μαζική μετανάστευση των νέων Ελλήνων στο εξωτερικό, μάς έχει στερήσει από την παρουσία καταρτισμένων στελεχών ικανών να εμφυσήσουν τη γνώση τους για το πώς λειτουργούν οι νέες -βασισμένες στην καινοτομία- οικονομίες. Οι νέοι επιχειρηματίες, ακόμα κι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να δώσουν βάρος στις ψηφιακές τεχνολογίες, δεν έχουν σαφή εικόνα και ικανοποιητική πληροφόρηση για τον τρόπο δημιουργίας των μοντέρνων, μη συμβατικών επιχειρηματικών ευρωπαϊκών μοντέλων και της διείσδυσής τους στην αγορά. Επίσης, οι Έλληνες συνηθίζουμε να μην είμαστε ανοιχτοί σε νέες ιδέες και συχνά αντιδρούμε σπασμωδικά όταν μια νέα τεχνολογία έρχεται να ανατρέψει την εγκαθιδρυμένη κατάσταση σε κάποιο κλάδο της αγοράς. Όταν συμβαίνει αυτό, αντί να σκεφτούμε τρόπους να αυξήσουμε τον ανταγωνισμό, προσαρμόζοντας το υπάρχον σύστημα στην νέα τεχνολογία, ενσωματώνοντάς την, προσπαθούμε να εξαλείψουμε το καινούργιο, ως «απειλή» του status quo και της ασφάλειας που μας παρέχει (περίπτωση Uber). Αυτό οδηγεί στην απόρριψη προηγμένων τεχνολογικά λύσεων (ακόμα και μέσω πολιτικών αποφάσεων και νόμων), στην ματαίωση κάθε προσπάθειας για επένδυση στην καινοτομία και στη συντήρηση μιας «φοβίας» απέναντι σε καθετί διαφορετικό. Έτσι, απομακρύνεται αυτόματα και η όποια πιθανότητα προσέλκυσης κεφαλαίων.

Η Ελλάδα προφανώς και δε στοχεύει, ούτε μπορεί, να μετατραπεί σε τεχνολογικό… ομφαλό. Αν όμως οι ριζωμένες νοοτροπίες και η στάση μας προς οτιδήποτε νέο δεν αλλάξει σύντομα και ριζικά, αν το κράτος δεν οικοδομήσει ένα πιο τεχνολογικά φιλικό οικονομικό περιβάλλον και η σημασία της έρευνας-καινοτομίας δε γίνει ξεκάθαρη στους πολίτες και τους κυβερνώντες, θα δούμε το τρένο της τεχνολογικής ανάπτυξης να μας προσπερνά οριστικά. Και αυτό ίσως είναι ακόμα χειρότερο από τη σημερινή κρίση, γιατί θα έχει χαθεί μια πολύ μεγάλη ευκαιρία να την ξεπεράσουμε.

20130207-skitso-biz-soter-geloiografia-to-dikaio-tou-kratous-vs-kratos-dikaiou-2x1zjuckvt9tj355ypjqx6

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΞΤΡΕΜΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΚΑ

Του Κωνσταντίνου Γ. Νούσιου
Δικηγόρου
Περιφερειακού Συμβούλου Θεσσαλίας

Ο Αριστοτέλης έγραφε στα «Πολιτικά» του ότι «θα έπρεπε να κυβερνά ο νόμος». Πάνω σε αυτή τη λογική του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου χτίστηκε η έννοια του Κράτους Δικαίου, δύο αιώνες πριν.
Το Κράτος Δικαίου καθιερώθηκε από τα σύγχρονα Έθνη ως ένας μηχανισμός με μοναδικό σκοπό να εφαρμόζει τον νόμο, ο οποίος θα βρίσκεται πάντοτε πάνω από τον άνθρωπο. Έπρεπε να είναι καθολικό, να ισχύουν δηλαδή οι νόμοι σε κάθε περίπτωση, σε ζητήματα μικρά ή μεγάλα, και να μην κάνει διακρίσεις. Όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και κανείς υπεράνω αυτού.
Όπως συνέβη σε πολλές άλλες περιπτώσεις, η Ελλάδα επέλεξε να αγνοήσει τα πλεονεκτήματα της ανακάλυψης αυτής και να παραμείνει πεισματικά στη σκιά των μοντέρνων Εθνών, ακολουθώντας το δικό της, σκοταδιστικό, μονοπάτι. Ας μην ξεχνάμε πως κάθε φορά που της ανοιγόταν μια μοντέρνα προοπτική στη νεότερη ιστορία της, η χώρα μας τρόμαζε μπροστά στο ενδεχόμενο της αλλαγής και έβρισκε τρόπο να την αποφεύγει με ελιγμούς ή να εξαλείφει την… απειλή (βλ. δολοφονία Καποδίστρια).
Διαμορφώσαμε ένα κράτος που διαπράττει το υψηλότερο αδίκημα: αδρανεί μπροστά στην παρανομία, αυτοκαταργώντας τον νόμο. Ένα κράτος που αποδίδει δικαιοσύνη επεμβαίνοντας κατά περίπτωση, όταν καταφέρνει να βγει από τη ραθυμία του και αφού πρώτα λάβει υπόψιν μια σειρά μεταβλητών, συμφερόντων και όλων των συμπαρομαρτούντων. Η αδυναμία του ελληνικού κράτους να αποδώσει δικαιοσύνη χωρίς διακρίσεις, φέρει τεράστια ευθύνη για τη σημερινή κρίση αξιών που ταλανίζει στην κοινωνία. Η νοοτροπία που συντήρησε την παραπάνω κατάσταση, μαζί με τη διαφθορά, τα κάθε είδους «παραθυράκια» και τις… διαφορετικές ερμηνείες του νόμου, κατάντησαν τη Δικαιοσύνη ανέκδοτο και παρά τις άοκνες και φιλότιμες προσπάθειες ορισμένων δικαστών, οδήγησαν στην υποτίμηση του νόμου τόσο από τους πολίτες όσο και από τους μετέχοντες της κρατικής εξουσίας.
Αποτέλεσμα του νοσηρού αυτού μορφώματος, που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε «ελληνικό Κράτος Δικαίου» και της συνειδητής διαιώνισής του, ήταν να ευδοκιμήσουν γκρουπούσκουλα στυλ «Ρουβίκωνα», που εκμεταλλευόμενα την απουσία ενός σαφούς, δυναμικού και απαρέγκλιτου μηχανισμού επιβολής του νόμου, ορίζουν την αυτοδικία ως πυρήνα της δράσης τους. Κάθε λογής αυτόκλητες ομάδες χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, που στο όνομα των πολιτών, χωρίς να διαθέτουν το αντίστοιχο κοινωνικό έρεισμα, αναλαμβάνουν τον ρόλο του εκδικητή και προστάτη και επιχειρούν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Αντίθετα με όσα ισχυρίζονται, με τις πράξεις τους δεν υπερασπίζονται τους νόμους του κράτους, αλλά αυτούς της αριστερής ιδεολογίας της εκδικητικότητας, της ισοπέδωσης και του χάους. Το χάος όμως δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα και φυσικά δεν συνεπάγεται δικαιοσύνη. Το μόνο που πετυχαίνουν οι αυτοαποκαλούμενες «αναρχικές» οργανώσεις είναι να κερδίζουν τα 15 λεπτά της δημοσιότητας που τους αναλογούν.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται συμμορίες με μαφιόζικες καταβολές και τερατογενέσεις με «πολιτικό» ένδυμα, που η κρατική παρανομία εξέθρεψε και συνεχίζει να εκτρέφει. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος, μια ισορροπία του τρόμου που πηγάζει από την αίσθηση ότι η έλλειψη νόμου καθολικής εφαρμογής δύναται να αντικασταθεί από ένα χιμαιρικό του υποκατάστατο.
Οι Έλληνες κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα σε αυτό το κράτος (ή καλύτερα στην απουσία του) όχι γιατί το ανέχτηκαν, αλλά γιατί έγιναν κομμάτι του, σάρκα από τη σάρκα του, συνένοχοι στη διαμόρφωση και παγίωσή του. Όλοι είναι νόμος κι όλοι είναι κράτος κι αυτό θεωρείται κανονικότητα, ρουτίνα και τρόπος ζωής.