foto-costis-nousios

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΤΟ ΝΤΟΜΙΝΟ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ.

Του Κωστή Γ. Νούσιου
Δικηγόρου
Εντεταλμένου περιφερειακού συμβούλου Θεσσαλίας
Πρ. Αντιπεριφερειάρχη

Δεν είναι λίγες οι φορές που αποσυνδέουμε την οικονομία από την πραγματικότητα. Την θεωρούμε κάτι έξω από εμάς, που επαφίεται αποκλειστικά στους ειδικούς και στους τηλε-αναλυτές. Πέρα όμως από τα νούμερα και τους συχνά δυσνόητους για τον μέσο πολίτη όρους που την αποτελούν και έχουν κατακλύσει τη ζωή μας τα τελευταία χρόνια, η οικονομία δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από την κοινωνία. Αντίθετα, είναι έννοιες αλληλένδετες και συνθέτουν αμφότερες τη βάση της εθνικής ευημερίας.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, τόσο η οικονομία όσο και η κοινωνία βρίσκονται σε απόλυτη ανισορροπία με τάσεις διάλυσης, κατάσταση που επιδεινώθηκε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Η οικονομία έχει δεχτεί αλλεπάλληλα πλήγματα από τα σκληρά μέτρα και την υπερ-φορολόγηση, με αποτέλεσμα να έχει αλλοιωθεί σε ανησυχητικό βαθμό και ο κοινωνικός ιστός. Η οικονομική κρίση έγινε σταδιακά βαθιά κοινωνική, χωρίς η κυβέρνηση να αντιλαμβάνεται ή να ενδιαφέρεται για τις οδυνηρές συνέπειες της ρήξης που υπέστη η ανωτέρω σχέση.
Για να αντιστραφεί το κλίμα και η δυσχερής θέση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, είναι απαραίτητη μια φρέσκια πρόταση. Μια νέα πολιτική που θα διέπεται από άλλη νοοτροπία και θα τοποθετεί στον πυρήνα της δράσης της το δημοσιονομικό και το κοινωνικό κομμάτι ως αδιάσπαστη ενότητα και όχι απλά ως μέρη ενός κατακερματισμένου όλου. Με τις βουλευτικές εκλογές στον ορίζοντα, η Νέα Δημοκρατία καταθέτει την πλέον ενδεδειγμένη στρατηγική, στοχεύοντας στην απελευθέρωση της οικονομίας και στην παράλληλη ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Η επόμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει τη δυναμική και την τεχνογνωσία να εφαρμόσει τις κατάλληλες πολιτικές που θα προκαλέσουν ντόμινο θετικών εξελίξεων σε όλα τα μέτωπα: Από την αφετηρία της διακυβέρνησής της, μέσω μιας σειράς επιμέρους πολιτικών (σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30%, μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη κ.ά.), η Νέα Δημοκρατία θα προχωρήσει στη μείωση των φόρων που επιβαρύνουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Κάτι που θα συνεχιστεί μέσα από την αξιοποίηση των δημοσιονομικών περιθωρίων και την επαναδιαπραγμάτευση για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η ελληνική αγορά θα καταστεί έτσι πιο ελκυστική για τους ξένους επενδυτές, παρέχοντας ταυτόχρονα κίνητρα στην εγχώρια ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε συνδυασμό με τη συνακόλουθη δημιουργία νέων, καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας και τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών, αυτό θα συμβάλει στην επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και θα σημάνει την αποκατάσταση της πρόσβασης της χώρας στις αγορές. Μόνο έτσι θα μπορέσει η Ελλάδα να προσφέρει στους νέους ξενιτεμένους επιστήμονές της τις προοπτικές που χρειάζονται για να επιστρέψουν στην πατρίδα, κάτι που η Νέα Δημοκρατία έχει θέσει ως προτεραιότητα του πολιτικού της σχεδιασμού. Όπως και το να χτίσει ξανά την ελληνική μεσαία τάξη, που εν μέσω κρίσης και της καταστροφικής «αριστερής» φορολογικής αφαίμαξης υπέστη εισοδηματική καθίζηση.
Όσο κι αν η παρένθεση ΣΥΡΙΖΑ έχει φέρει τη χώρα σε αδιέξοδο, η… επανεκκίνηση δεν είναι αδύνατη αν εφαρμοστούν οι κατάλληλες πολιτικές. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να τονώσει αμφότερες την οικονομία και την κοινωνία συμφιλιώνοντάς τες, είναι κάτι παραπάνω από ειλικρινής και ενθαρρυντική για το μέλλον.

foto-costis-nousios

ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ: Η ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Του Κωστή Γ. Νούσιου

Δικηγόρου

Εντεταλμένου περιφερειακού συμβούλου Θεσσαλίας

Πρ. Αντιπεριφερειάρχη

Σε προηγούμενο άρθρο μας μιλήσαμε για το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού και της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα. Ε, λοιπόν, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρωτοτύπησε για μία ακόμα φορά, ανακαλύπτοντας τον πιο γρήγορο τρόπο για να λύσει το ζήτημα: τις ελληνοποιήσεις αλλοδαπών και τις αποδόσεις ιθαγένειας.

Η… βιομηχανία παραγωγής Ελλήνων έχει ξεκινήσει ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο. Κι αυτό  δεν συμβαίνει στο πλαίσιο της «αριστερής» μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης, αλλά οφείλεται στη συνειδητοποίηση από τους κυβερνώντες πως οι μέρες τους στον κυβερνητικό θώκο είναι μετρημένες. Πρόκειται για ένα ακόμα επεισόδιο στην απέλπιδα προσπάθειά τους να σώσουν ενόψει κάλπης ό,τι μπορούν από την καταστροφική τους θητεία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι βάσει των επίσημων στοιχείων της ∆ιεύθυνσης Ιθαγένειας του υπουργείου Εσωτερικών, τα τελευταία τρία έτη καταγράφεται κατακόρυφη αύξηση στην έγκριση αιτήσεων για την απόδοση ιθαγένειας, η οποία αγγίζει το 136,9%! Από 14.178 το 2015, εκτοξεύτηκαν στις 33.487 το 2016 και στις 34.814 το 2017, ενώ σε εκκρεμότητα είναι ακόμη 49.711! Σε πιο πρόσφατους αριθμούς, από τον Οκτώβριο ως τον Δεκέμβριο του 2018 το υπουργείο Εσωτερικών έχει απονείμει την ελληνική ιθαγένεια και έχει πολιτογραφήσει 1.515 άτομα.

Παράλληλα με τα παραπάνω, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά το αίτημα της ισότιμης ψήφου στους απόδημους Έλληνες, των οποίων ο αριθμός έχει εκτοξευθεί κατά τα χρόνια της κρίσης. Το «Brain Drain» έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα τη χώρα μας, και σαν να μην έφτανε αυτό στους γηγενείς που μεταναστεύουν, ο ΣΥΡΙΖΑ τους στερεί το δικαίωμα να ανατρέψουν το πολιτικό σκηνικό στην πατρίδα τους (αυτό που ουσιαστικά τους οδήγησε στη φυγή). Η κυβέρνηση προωθεί ρύθμιση με την οποία θα μπορούν μεν να ψηφίζουν στον τόπο διαμονής τους, αλλά η ψήφος αυτή δεν θα προσμετράται για την εξαγωγή του συνολικού εκλογικού αποτελέσματος. Θα ψηφίζουν μόνο για τρεις βουλευτές «αποδήμων», αλλά η κατανομή των υπολοίπων 297 εδρών στην επικράτεια θα προκύπτει μόνο από τις ψήφους των Ελλήνων του εσωτερικού.

Πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία έφερε την υπόθεση στη Βουλή, υπογραμμίζοντας το ψηφοθηρικό timing των φημολογούμενων κυβερνητικών εξαγγελιών για επιτάχυνση των διαδικασιών πολιτογράφησης χιλιάδων αιτούντων (μέσω της απλούστευσής τους σε νομικό, διοικητικό και οικονομικό επίπεδο). Η αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε σχετική ερώτηση τόσο για τις ελληνοποιήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, όσο και για το νομοσχέδιο που φέρεται να προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ δίνοντας δικαίωμα ψήφου σε αλλοδαπούς που θα έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με διαδικασίες εξπρές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η κυβέρνηση έχει εγγράψει ήδη 43.000 αλλοδαπούς ψηφοφόρους στους εκλογικούς καταλόγους της Α’ Αθηνών, περιφέρεια στην οποία το 2015 τα δύο κόμματα είχαν «κονταροχτυπηθεί» στις ψήφους (τον ΣΥΡΙΖΑ είχαν ψηφίσει 78.431 πολίτες και τη ΝΔ 77.630). Στοιχεία που «κουμπώνουν» με το νέο σχέδιο ελληνοποιήσεων που απεργάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι τέτοια η αγάπη του ΣΥΡΙΖΑ για την εξουσία και την καρέκλα, που καθιστά βέβαιο πως θα δούμε κι άλλα παρόμοια προεκλογικά τεχνάσματα (που μας φέρνουν στη μνήμη αντίστοιχες πρακτικές του ΠΑΣΟΚ το 2000) από την κυβέρνηση. Η τελευταία αρνείται να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη και να παραδεχτεί πως απογοήτευσε τους Έλληνες. Αντίθετα, δε διστάζει να σκαρφίζεται νέα τρικ προκειμένου να μασκαρέψει την ανικανότητά της, πιστεύοντας ότι μπορεί να παραπλανήσει ξανά τους πολίτες. Ο κόσμος όμως έχει κουραστεί από τους λαοπλάνους και η ετυμηγορία θα είναι καταδικαστική. Και όταν έρθει η ώρα θα φροντίσει ώστε το πολιτικό συνονθύλευμα του ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει μια κακή παρένθεση για την χώρα.

foto-costis-nousios

Δημογραφική γήρανση: Η υποτιμημένη συνέπεια της κρίσης

Του Κωστή Γ. Νούσιου

Δικηγόρου

Εντεταλμένου περιφερειακού συμβούλου Θεσσαλίας

Στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας, στα χρόνια της λιτότητας, η οικονομία αναπόφευκτα βρίσκεται στο επίκεντρο των καθημερινών συζητήσεων και της πολιτικής ατζέντας. Υπάρχει ωστόσο μια συνέπεια της κρίσης που έχει υποτιμηθεί επικίνδυνα: Η γήρανση του πληθυσμού και η υπογεννητικότητα.

Η δημογραφική συγκυρία είναι δυσοίωνη τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον της χώρας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η Ελλάδα βιώνει τη χαμηλότερη γονιμότητα στην ιστορία της, καταγράφοντας τις υψηλότερες τιμές του δείκτη γήρανσης και της αναλογίας ηλικιωμένων στην Ευρώπη και στον κόσμο (η ηλικιακή ομάδα των ατόμων άνω των 65 γίνεται πιο πυκνή και ανέρχεται σε 21,6%). Το ισοζύγιο μεταξύ γεννήσεων και θανάτων είναι αρνητικό (88.553 έναντι 124.501 το 2017) και οι εκτρώσεις αγγίζουν ή και ξεπερνούν τις 350.000 κατ’ έτος.

Οι αιτίες της δημογραφικής γήρανσης εντοπίζονται κυρίως στην παρατεταμένη οικονομική ύφεση. Το κόστος ζωής και ανατροφής ενός παιδιού καθιστούν απαγορευτική στα ζευγάρια τη σκέψη δημιουργίας πολυμελούς οικογένειας (το κυρίαρχο μοτίβο είναι η απόκτηση ενός ή δύο παιδιών το πολύ). Είναι συχνό επίσης το φαινόμενο της αναβολής της τεκνοποίησης από πολλά νέα ζευγάρια, που περιμένουν τη βελτίωση της οικονομικής συγκυρίας. Εκτός από τη δομή της οικογένειας που αλλάζει, παρατηρείται η διαμόρφωση νέων τάσεων και νοοτροπιών σε σχέση με τον θεσμό του γάμου και της οικογένειας. Προτεραιότητα των νέων είναι η καριέρα και η οικονομική ανεξαρτησία, με τη δημιουργία οικογένειας να μετατοπίζεται χρονικά μετά τα 35 έτη. Ένας παράγοντας που επίσης συμβάλει στην πτώση του δείκτη γονιμότητας είναι το «brain drain», το νέο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων παραγωγικής ηλικίας που αυξήθηκε ραγδαία στα χρόνια της κρίσης. Οι νέοι αυτοί επιστήμονες αποτελούν σημαντικό «κεφάλαιο» για το Δημογραφικό.

Οι συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού είναι πολύ-επίπεδες και εν δυνάμει ορατές τόσο στον τομέα της οικονομίας όσο και στην κοινωνία (συρρίκνωση του ενεργού πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, επιβάρυνση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας). Η χώρα χρειάζεται μια νέα κυβέρνηση που θα στραφεί σε πολιτικές με κέντρο τους την οικογένεια, ενός θεσμού του οποίου η παραδοσιακή δυναμική φθίνει και έχει πολιτικά παραμεληθεί στην Ελλάδα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να τοποθετήσει την κοινωνική πολιτική στην κορυφή της ατζέντας της ενόψει εκλογών δεν είναι τυχαία. Ως λαϊκό κόμμα, κινούμενη στα πρότυπα χωρών που έχουν επιτύχει δημογραφική ισορροπία (υπόδειγμα οι σκανδιναβικές), η Νέα Δημοκρατία έχει παρουσιάσει τις προτάσεις της για το Δημογραφικό σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο οικογενειακής πολιτικής που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

– Παροχή κινήτρων για την απόκτηση περισσότερων παιδιών μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και επιδομάτων (αύξηση του αφορολογήτου κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί της οικογένειας, ειδικό οικονομικό βοήθημα σε περίπτωση γέννησης επόμενου παιδιού εντός 30 μηνών από την προηγούμενη γέννα, υπαγωγή των βρεφικών ειδών πρώτης ανάγκης στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ)

– Παροχή ποιοτικών υπηρεσιών παιδικής μέριμνας και βελτίωση της πρόσβασης στην προσχολική και άλλες εκπαιδευτικές υπηρεσίες (κουπόνια για τις ασθενέστερες οικονομικά οικογένειες, επέκταση του ωραρίου των παιδικών σταθμών)

– Πολιτικές που θα εξασφαλίζουν τη δυνατότητα συμφιλίωσης του οικογενειακού και του επαγγελματικού βίου (διευκολύνσεις στις γονικές άδειες, επιλογή μειωμένου ωραρίου εργασίας).

– Ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και πολιτικές εναρμόνισης της γονιμότητας και της απασχόλησης των γυναικών

– Θεσμικά μέτρα για την προετοιμασία της κοινωνίας και της πολιτείας στις δημογραφικές εξελίξεις (ενίσχυση του κοινωνικού χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος, σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, προώθηση μιας πολύπλευρης ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων).

– Στήριξη των μεγάλων οικογενειών (επαναφορά των επιδομάτων πολυτέκνων στα προ του ν. 4512/2018 επίπεδα, αύξηση του αφορολογήτου για την αγορά πρώτης κατοικίας).

– Σχέδιο για την αντιστροφή του «brain drain» (στήριξη στις νεοφυείς και καινοτόμες επιχειρήσεις, βελτιστοποίηση της σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, προώθηση της αξιοκρατίας)

– Μέτρα προώθησης της ενεργού και υγιούς γήρανσης και της δια-γενεακής αλληλεγγύης (αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού ώστε να μην λειτουργεί αποτρεπτικά στην παράταση του εργασιακού βίου μετά τα 65, προληπτική ιατρική με έμφαση στις μεγαλύτερες ηλικίες, προγράμματα ψηφιακής κατάρτισης των ατόμων άνω των 55 ετών).

Η πρόκληση που θέτει το δημογραφικό ζήτημα είναι τεράστια σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, πόσο μάλλον για έναν νομό όπως αυτός της Καρδίτσας, με αυξητικές τάσεις στους δείκτες υπογεννητικότητας και γήρανσης του πληθυσμού του. Η λύση του προβλήματος προϋποθέτει επιθετικές και καινοτόμες πολιτικές και αγαστή συνεργασία κράτους και πολιτών. Αν, μέσω των παραπάνω πολιτικών, η οικογένεια ανακτήσει το ρόλο της ως το θεμέλιο της ελληνικής κοινωνίας, η χώρα μας θα μπορεί ξανά να αισιοδοξεί για τη βιωσιμότητά της.